Θρακιώτης


Θρακιώτης
ο, θηλ. -ώτισσα
ο κάτοικος τής Θράκης ή αυτός που κατάγεται από τη Θράκη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Θρακιώτης — ο θηλ. ισσα ο κάτοικος της Θράκης ή ο καταγόμενος από αυτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Θρακιώτης, Κώστας — (Αλεξανδρούπολη 1909 – 1994). Φιλολογικό ψευδώνυμο του κριτικού και λογοτέχνη Θαλή Προδρόμου. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σταδιοδρόμησε ως εκπαιδευτικός σε ιδιωτικά σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ δίδαξε… …   Dictionary of Greek

  • Θραξ — ο (ΑΜ Θρᾷξ, ακός και Θρῆϊξ, ήϊκος και Θρῇξ, ῃκός, θηλ. Θρᾷσσα και Θρᾷττα και Θρήϊσσα και Θρῇσσα και Θρέϊσσα) ο κάτοικος τής Θράκης ή αυτός που κατάγεται από τη Θράκη, ο Θρακιώτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.] …   Dictionary of Greek

  • θρακιώτικος — η ο [θρακιώτης] θρακικός …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.